Translate

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μουνής: Η λεβέντικη σαπίλα του '80 σήμερα



Τόσο ρεαλιστικό όσο τα ξεφτισμένα τραπεζομάντηλα της ταβέρνας , το ξεχωριστό διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου από τη συλλογή της «Μεγάλοι δρόμοι» που παίρνει ζωή στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ρίχνει μια πραγματικότητα στα αδηφάγα για αμηχανία και αποστροφή μάτια των θεατών χωρίς να λογαριάζει τίποτα.

Για τη συγγραφέα «το βρισίδι είναι ένας τρόπος αφήγησης» εύστοχης, δυναμικής, καταγγελτικής, χωρίς περιστροφές και αποκλίσεις ενώ ο Παντελής Δεντάκης σκηνοθετεί με υπέροχα μοναδικό τρόπο την ομάδα 4Frontal και φέρνει στο προσκήνιο μια μισοκρυμμένη ζωή μιας μισοξεχασμένης κοινωνίας. «Λίγο πριν αρχίσει η επιδότηση της αγροτιάς»  τα κλαρίνα,  οι χοροί, οι βρισιές, τα χαστούκια και οι φωνές, συνθέτουν ένα θέαμα το λιγότερο άβολο.  Στο χωριό του Γιάννη του Μουνή, αποστρέφεσαι τις καρικατούρες που απομυζούν η μια την άλλη-σου θυμίζουν μια κάστα αμόρφωτη, ανέντιμη, ανήθικη και νοσηρή με την οποία βεβαίως εσύ ουδεμία σχέση έχεις.

Η παράσταση σε φοβίζει εξαρχής. Οι γνώριμοι ήχοι των κλαρίνων της αγίας ελληνικής επαρχίας ανεβαίνουν σε τέτοια ένταση που σταματούν να είναι απλώς υποφερτοί, δημιουργούν ένα κλίμα που επιβάλλεται ασυζητητί. Οι διακριτές γραμμές ανάμεσα στο έργο επί σκηνής και την θέασή του παύουν να είναι εμφανείς και φτάνεις να πιστεύεις πως τα ταλαντούχα αυτά πρόσωπα με τα πελώρια αυτιά, τις ξανθιές περούκες και τα ανοιχτά πουκάμισα είναι μια σαθρή παρέα που αφέθηκε μέρες σ’ αυτόν τον κλειστό χώρο και από εκνευρισμό και ανημποριά, έμπλεξε τα μπούτια της με έναν τρόπο συγκλονιστικό. Το έργο σταματάει να υφίσταται ως έργο και οι ηθοποιοί ως απλοί εργαζόμενοι.

Έρχεσαι αντιμέτωπος με μια καλοστημένη φάρσα, ένα θέατρο που είναι τόσο βασανιστικό που θέλεις να το αποφύγεις κλείνοντας τα μάτια. Αρχικά με αμήχανα γέλια προσπαθείς να ξορκίσεις το κακό αλλά όπου και να στρέψεις το βλέμμα, ο εφιάλτης καραδοκεί και σε περιμένει. Στην υπόγεια αίθουσα του θεάτρου πνίγεσαι δίχως να μπορείς να διακρίνεις την έξοδο στα αριστερά. Γίνεσαι θεατής μιας ιστορίας ρατσισμού, υποκρισίας, κανιβαλισμού αρτιότατα εκτελεσμένης και νικήτριας του στόχου της.  Ένα κομμένο αυτί στο σκοινί μιας μπουγάδας για χάρη τιμής, ένας γάμος ανάγκης με μια μητέρα που ικανοποιεί σεξουαλικά τον άρρωστο γαμπρό για χάρη της κόρης της, ένα παραλίγο ευνουχισμένο παιδί στη μέση ενός γλεντιού, μια κρεμασμένη γυναίκα σε μια αποθήκη, ένα εξευτελισμένο παιδί σε ένα κομμωτήριο και ένας σιωπηλός παρατηρητής.

Εκ των έσω όλα φαίνονται να κινούνται με αποπνικτική ταχύτητα μόνο που απ’ έξω προωθείται διακαώς αλλά μάταια η προσκόλληση σε μια αλλόκοτη κανονικότητα. Όλοι νοιάζονται τι θα πει τελικά ο κόσμος, τι θα πει η γειτονιά-ανακατεύοντας όμως τα κουφάρια τους ελευθερώνουν μια βρώμα που στην πιο απεχθή μορφή της είναι γνωστή λίγο πολύ στους πάντες. Κοιτάζοντας τις ανελέητες εκφράσεις των προσώπων, παρατηρείς κάτι αηδιαστικά οικείο. Τα ονόματα αρχίζουν να χάνονται όταν καταλαβαίνεις πόσο κοντά σου ήταν τόσο καιρό, πόσο δίπλα σου είναι η μορφή του «λεβέντη Έλληνα που είναι μάγκας και το κέφι του θα κάνει, που ξέρει καλά ότι όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος».

Καταλήγεις να οργίζεσαι με αυτήν την πραγματικότητα που τόσο καιρό καλλιεργείται με ελάχιστες εξωτερικές ενοχλήσεις. Αισθάνεσαι υπεύθυνος, συνένοχος για τον λαιμό με τη χρυσή καδένα,  την υστερική μάνα που ματώνει το πόδι της κόρης για τις αταξίες της δεύτερης, τα σκιτσάκια ενός ανήμπορου Μουνή για  τη ζωή τρίτων που περνά μπροστά του, το χυδαίο κουτσομπολιό και το ανενόχλητο ξεφύλλισμα των περιοδικών στο κομμωτήριο, το τσαμπουκαλεμένο τσάμικο που προσπαθεί να λυτρώσει αποτρόπαια μυστικά, το ξύλο πίσω από κλειστές πόρτες εξαιτίας της απιστίας μιας μάνας, το υποκοριστικό όνομα του έργου από τα θηλυκά που το περιτριγυρίζουν, τη σιωπή σου.


Η ψυχολογική και σωματική βία τσακίζει κόκαλα. Μόνο που αυτά τα κόκαλα, αυτή τη φορά είναι τα δικά σου. 


Μάριος Δενδής, 
για την Μαύρη Αλεπού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου